Μεγαλύτερη προθεσμία υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ-ΕΕ

Φόρος Υπηρεσίας

Οι αλλαγές που θα εισαχθούν με την τρίτη πράξη απελευθέρωσης που εκπονήθηκε από το Υπουργείο Οικονομίας ισχύουν και για τους φορολογούμενους που είναι εγγεγραμμένοι για σκοπούς ενδοκοινοτικών συναλλαγών - φορολογούμενοι ΦΠΑ-ΕΕ. Το υπουργείο θα τυποποιεί την προθεσμία υποβολής μηνιαίων ή τριμηνιαίων δηλώσεων ΦΠΑ-ΕΕ. Επί του παρόντος, αυτή η προθεσμία εξαρτάται από τη μορφή της σύνταξης της φόρμας χρέωσης.

Οι φορολογούμενοι που υποβάλλουν παραδοσιακή - χάρτινη δήλωση υποχρεούνται να την υποβάλουν έως τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα ή τριμήνου. Από την άλλη, οι φορολογούμενοι που χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική μέθοδο διακανονισμών με την Εφορία έχουν μεγαλύτερο χρόνο υποβολής ηλεκτρονικής δήλωσης, διότι έως την 25η ημέρα του επόμενου μήνα ή τριμήνου.

Οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν την τυποποίηση της προθεσμίας υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ-ΕΕ που ισχύει για όλους, ανεξάρτητα από τη μορφή υποβολής της δήλωσης. Η προθεσμία αυτή ισχύει έως τις 25 του επόμενου μήνα ή τριμήνου για έντυπες και ηλεκτρονικές δηλώσεις.

Οι αλλαγές αποσκοπούν στο να διευκολύνουν τους φορολογούμενους να λογιστικοποιούν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Επί του παρόντος, υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες, έως τη 15η ημέρα του μήνα, ο φορολογούμενος δεν θα μπορεί να λάβει έγγραφα που επιβεβαιώνουν, για παράδειγμα, το WDT (άρθρο 42 παράγραφος 1 παράγραφος 2 του νόμου περί ΦΠΑ), που κατά συνέπεια σημαίνει ότι μια δεδομένη πώληση δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδοκοινοτική συναλλαγή και συνεπώς να λογιστικοποιηθεί. Τότε ο φορολογούμενος θα πρέπει να μην το εμφανίζει στα εκκαθαριστικά για δεδομένο μήνα ως ενδοκοινοτική παροχή λόγω έλλειψης αιτιολογίας (έλλειψη δικαιολογητικών). Επομένως, ούτε αυτός δικαιούται να εφαρμόσει τον συντελεστή ICA 0%. Μόνο αφού λάβει τις σχετικές βεβαιώσεις, ο φορολογούμενος θα πρέπει να διορθώσει και να εμφανίσει τη συναλλαγή ως ενδοκοινοτική παράδοση αγαθών στα περιοδικά στοιχεία τιμολόγησης ΦΠΑ-7 και να την συμπεριλάβει στη δήλωση ΦΠΑ-ΕΕ.

Οι προτεινόμενες αλλαγές διευκολύνουν τους φορολογούμενους και το επόμενο βήμα είναι η εναρμόνιση των εθνικών κανονισμών με τις διατάξεις της Οδηγίας της Ε.Ε.