Στοιχεία από πραγματογνωμοσύνη στην πρακτική των εργατικών δικαστηρίων

Υπηρεσία

Σε διαδικασίες ενώπιον του εργατικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το στάδιο της ανέλιξής του, καθώς και σε άλλους τύπους δικαστικών διαδικασιών, μπορεί να χρειαστεί να γίνουν αποδείξεις βάσει πραγματογνωμοσύνης. Τα μέρη συχνά αναφέρουν την ανάγκη πραγματογνωμοσύνης ήδη στο στάδιο της υποβολής δήλωσης αξίωσης, αλλά μπορεί να αποδειχθεί ότι η ανάγκη για τέτοια αποδεικτικά στοιχεία θα προκύψει μόνο κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων από το δικαστήριο. Ας ελέγξουμε τη σημασία των πραγματογνωμόνων στην πρακτική των εργατικών δικαστηρίων

Το άρθρο 278 § 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι οι πραγματογνώμονες πρέπει να γίνονται δεκτές στην υπόθεση σε περιπτώσεις που απαιτούν ειδικές γνώσεις.

Η έννοια των ειδικών πληροφοριών αναφέρεται σε συγκεκριμένους κλάδους της επιστήμης, της τεχνολογίας, των τεχνών, της χειροτεχνίας, καθώς και σε άλλες δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την επίλυση μιας υπόθεσης και το δικαστήριο δεν τις διαθέτει.

Είναι αδύνατο να απαριθμηθούν όλες οι ειδικότητες εμπειρογνωμόνων που διορίζονται από εργατικά δικαστήρια, αλλά τις περισσότερες φορές θα είναι ειδικοί γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, ειδικοί λογιστές, ειδικοί στον τομέα της υγείας και ασφάλειας στην εργασία και ειδικοί ψυχολόγοι.

Πρόσφατα, τα δικαστήρια αναζητούν ολοένα και συχνότερα αποδεικτικά στοιχεία από πραγματογνώμονες και οι απόψεις τους συνήθως αποτελούν τη βάση για μια απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο.

Αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων από πραγματογνωμοσύνη

Το δικαστήριο μπορεί να δεχθεί αποδεικτικά στοιχεία από πραγματογνωμοσύνη σε αποδεικτική διαδικασία κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το μέρος που ζητά την αποδοχή και τη λήψη τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη για προκαταβολή για το σκοπό αυτό. Ταυτόχρονα, αξίζει να θυμόμαστε ότι στη διαδικασία ενώπιον του εργατικού δικαστηρίου, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται από την καταβολή δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα για γνωμοδοτήσεις που έχουν συνταχθεί από εμπειρογνώμονες. Τα έξοδα που σχετίζονται με πραγματογνωμοσύνη ρυθμίζονται στην απόφαση περάτωσης της υπόθεσης και, κατά κανόνα, βαρύνουν τον ηττημένο διάδικο.

Επιλογή ειδικού: μόνιμος εμπειρογνώμονας ή ad hoc εμπειρογνώμονας;

Κατά τον διορισμό πραγματογνώμονα, τα δικαστήρια συνήθως τον ορίζουν από τον κατάλογο που τηρούν οι Πρόεδροι των Επαρχιακών Δικαστηρίων, αλλά μπορεί να συμβεί ότι ένα άτομο με ειδικά στοιχεία που απαιτούνται στην υπόθεση δεν θα εγγραφεί σε έναν τέτοιο κατάλογο. Τότε το δικαστήριο μπορεί να την ορίσει ως ad hoc πραγματογνώμονα. Η γνωμοδότηση που συνέταξε έχει την ίδια αξία με τη γνώμη που συνέταξε ένας πραγματογνώμονας από τον κατάλογο που τηρεί ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ad hoc πραγματογνώμονες έχουν ήδη εξεταστεί από τα κοινά δικαστήρια και το Ανώτατο Δικαστήριο, και η νομολογία ως προς αυτό υποστηρίζει σαφώς το παραδεκτό γνωμοδοτήσεων που συντάσσονται από εμπειρογνώμονες εκτός του καταλόγου που τηρεί ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, εφόσον ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, π.χ. υποβολή από έναν εμπειρογνώμονα ad hoc υπόσχεσης ότι έχει τις κατάλληλες ειδικές γνώσεις και παρέχει από ένα τέτοιο πρόσωπο εγγύηση για την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του στην υπόθεση.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 2010 (IV CSK 388/09), αναφέρθηκε το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με το άρθ. 278 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, αφού άκουσε τις προτάσεις των διαδίκων ως προς τον αριθμό των πραγματογνωμόνων και την επιλογή τους, μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες για να λάβει τη γνώμη τους σε περιπτώσεις που απαιτούν ειδικές γνώσεις. Ένας πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί από το δικαστήριο από κατάλογο (μόνιμων) δικαστικών εμπειρογνωμόνων ή μεταξύ άλλων αμερόληπτων προσώπων με τα κατάλληλα προσόντα - πραγματογνώμονες σε μια συγκεκριμένη υπόθεση (ad causam, ad hoc). Η υποχρέωση επαλήθευσης των προσόντων ενός προσώπου που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας ανήκει στο δικαστήριο. Κατ' εξαίρεση δεν ισχύει για δικαστικό πραγματογνώμονα του οποίου τα προσόντα ελέγχονται πριν εγγραφεί στον πίνακα των δικαστικών πραγματογνωμόνων (άρθρο 283 § 2 ΚΠολΔ). Λόγω της πηγής προέλευσης της γνώμης, δεν υπάρχουν λόγοι για διαφορετική αντιμετώπιση και αξιολόγηση”.

Το δικαστήριο αποφασίζει με ποια μορφή θα συνταχθεί η γνώμη: προφορικά ή γραπτά. Στην πράξη, είναι τις περισσότερες φορές γραπτή μορφή και σε περίπτωση αμφιβολιών ή υποβολής κατηγοριών για γνωμοδότηση από τα μέρη της διαδικασίας, το δικαστήριο καλεί έναν πραγματογνώμονα σε ακρόαση προκειμένου να συμπληρώσει προφορικά τη γνώμη, να διευκρινίσει ή να επεκτείνει το.

Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ακούσει τους διαδίκους ως προς την επιλογή των πραγματογνωμόνων και τον αριθμό τους, αλλά τελικά είναι το δικαστήριο που αποφασίζει ποιες ειδικότητες οι πραγματογνώμονες θα γνωμοδοτήσουν και με ποια μορφή. Σε περίπτωση που είναι απαραίτητος ο διορισμός πολλών εμπειρογνωμόνων, π.χ. σε υποθέσεις που αφορούν εργατικά ατυχήματα, η πρακτική δείχνει ότι τα δικαστήρια ζητούν χωριστές γνωμοδοτήσεις που έχουν συνταχθεί από τους διορισμένους πραγματογνώμονες. Ο νόμος δεν επιβάλλει υποχρέωση υποβολής κοινής γνώμης σε περίπτωση διορισμού πολλών πραγματογνωμόνων, αν και το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τέτοια υποχρέωση - τότε θα εκδοθεί κοινή γνώμη.

Εμπειρογνώμονες διαφόρων ειδικοτήτων μπορούν να διορίζονται ταυτόχρονα από το δικαστήριο ή διαδοχικά.

Χρήση από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε σε άλλη υπόθεση

Αξίζει να δοθεί προσοχή στη λύση που εισήχθη το 2019, η οποία επιτρέπει στο δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση να χρησιμοποιήσει γνώμη που συντάχθηκε από εμπειρογνώμονα που ανατέθηκε από δημόσια αρχή σε άλλες διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο. Τα παραπάνω σημαίνουν ότι σε αστικές διαδικασίες επιτρέπεται η χρήση πραγματογνωμόνων που έχουν συνταχθεί σε άλλες αστικές υποθέσεις, διοικητικές, ποινικές υποθέσεις και άλλες επίσημες υποθέσεις. Η εφαρμογή αυτής της λύσης στο εργατικό δικαστήριο μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, για παράδειγμα, σε μια κατάσταση όπου ένας εργαζόμενος επιδιώκει συμπληρωματικές αξιώσεις σε σχέση με εργατικό ατύχημα, εάν προηγουμένως υπήρχαν διαδικασίες για εφάπαξ αποζημίωση σε σχέση με εργατικό ατύχημα σε εκκρεμότητα, όπου συντάχθηκαν γνωματεύσεις εμπειρογνωμόνων σχετικά με το ποσοστό βλάβης της υγείας του εργαζομένου, αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε υπόθεση εναντίον του εργοδότη.

Αποδεικτικά στοιχεία από πραγματογνωμοσύνη - έκδοση απόφασης εισαγωγής

Σύμφωνα με το άρθ. 236 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο, στην απόφασή του να αποδεχθεί αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει να επισημαίνει τα αποδεικτικά στοιχεία και τα γεγονότα που πρέπει να αποδεικνύονται με αυτά και, εάν είναι απαραίτητο και δυνατό - επίσης την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής των αποδείξεων.

Στην πράξη, το περιεχόμενο της απόφασης περί αποδοχής πραγματογνωμοσύνης περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

  • ένδειξη αποδεικτικών στοιχείων - πραγματογνωμοσύνη·

  • το πρόσωπο ενός εμπειρογνώμονα με ένδειξη της εξειδίκευσής του·

  • αποδεικτική διατριβή, δηλαδή γεγονότα που απαιτείται να εξηγηθούν ή να τεκμηριωθούν από εμπειρογνώμονα στη γνώμη·

  • προθεσμία για τη γνωμοδότηση·

  • το εύρος των δραστηριοτήτων που υποχρεούται να αναλάβει ο εμπειρογνώμονας σε σχέση με την προετοιμασία της γνώμης, π.χ. διεξαγωγή οπτικής επιθεώρησης.

Επίδοση πραγματογνωμοσύνης επί των μερών και δικαίωμα άσκησης μήνυσης

Όταν ο πραγματογνώμονας συντάσσει γνωμάτευση, αυτή παραδίδεται στους διαδίκους προκειμένου να λάβουν γνώση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τους καθιερωμένους δικαστικούς λειτουργούς, κατά την έκδοση γνωμοδοτήσεων στους διαδίκους υπάρχει ένα χρονικό όριο που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο είναι συνήθως 14 ή 7 ημέρες για την υποβολή αντιρρήσεων κατά της γνωμοδότησης.

Υποβάλλονται υπό μορφή υπομνήματος που περιέχει κάθε είδους επιφυλάξεις που επηρεάζουν το περιεχόμενο και τα τελικά συμπεράσματα της γνωμοδότησης. Μετά την κατάθεση των κατηγοριών, το δικαστήριο αποφασίζει εάν υπάρχει ανάγκη για συμπληρωματική γνωμάτευση.

Συμπληρωματική γνώμη ή νέα γνώμη

Εάν ένα μέρος έχει υποβάλει ισχυρισμούς και ο εμπειρογνώμονας στη συμπληρωματική γνώμη δεν τους αναφέρθηκε εν όλω ή εν μέρει, ή αρνήθηκε αυτές τις επιφυλάξεις και δεν διευκρίνισε τις αμφιβολίες, τότε υπάρχει βάση για περαιτέρω αμφισβήτηση των γνωμοδοτήσεων και αίτηση για τον ορισμό άλλος ειδικός.

Όπως αναφέρεται στη νομολογία του Αρείου Πάγου: «Εάν το περιεχόμενο ή η μορφή μιας πρόσθετης γνώμης εμπειρογνώμονα δείχνει ότι δεν προσπαθεί να πείσει την ακρίβεια των συμπερασμάτων της γνώμης επεκτείνοντας ή εμβαθύνοντας το επιχείρημα, αλλά αισθάνεται προσβεβλημένος από τις αμφιβολίες ή τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν και «σκληραίνει» την τρέχουσα θέση του , και θα ήθελε να αντιμετωπίσει το θέμα της νομιμότητάς του μέσα από το πρίσμα της πίστης ή της εμπιστοσύνης, αντί σε επίπεδο γνώσης, είναι παράλογο να λαμβάνεται μια επιπλέον (τρίτη) γνώμη από τον ίδιο ειδικό. Σε μια τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο υποχρεούται να ζητήσει τη γνώμη άλλου πραγματογνώμονα (άρθρο 286 σε πρόστιμο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)(Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 2000, II UKN 399/99).

Η υποβολή ορθών αντιρρήσεων κατά της γνωμοδότησης μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε το δικαστήριο να αναθέσει τη σύνταξη γνώμης σε άλλο εμπειρογνώμονα σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Πρέπει να προβλεφθεί ότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να δέχεται ως αποδεικτικά στοιχεία γνωμοδοτήσεις μεταγενέστερων πραγματογνωμόνων μόνο επειδή ο διάδικος δεν είναι ικανοποιημένος με τις μέχρι τώρα γνωμοδοτήσεις που του είναι δυσμενείς. Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να δέχεται αποδεικτικά στοιχεία από περαιτέρω γνωμοδοτήσεις, όταν αυτό είναι απαραίτητο. Συμβαίνει όταν η γνωμοδότηση που εκπονήθηκε από το δικαστήριο περιέχει σημαντικές ελλείψεις, επειδή δεν ανταποκρίνεται στα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν, είναι ασαφής, δηλαδή ακατάλληλα αιτιολογημένη ή μη επαληθεύσιμη, δηλαδή όταν η ανάλυση που υποβλήθηκε από τον πραγματογνώμονα δεν επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να επαληθεύσει το σκεπτικό της ως προς την ακρίβεια των τελικών συμπερασμάτων του.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Το εύρος της γνώμης και οι εξουσίες του εμπειρογνώμονα

Επισημαίνεται ότι ο πραγματογνώμονας δεν μπορεί να υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής της εντολής που του δόθηκε από το δικαστήριο, η οποία προσδιορίζει την απόφαση περί αποδοχής αποδεικτικών στοιχείων από πραγματογνωμοσύνη, αλλά και πέρα ​​από τις νόμιμες εξουσίες. Ο πραγματογνώμονας δεν έχει την αρμοδιότητα να προσδιορίσει το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, καθώς αυτή είναι η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση.

Ο πραγματογνώμονας δεν έχει το δικαίωμα να συμπληρώσει μόνος του τα στοιχεία. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που του παρασχέθηκαν από το δικαστήριο αποδειχθούν ανεπαρκή για τη σύνταξη γνώμης σύμφωνα με την εντολή του δικαστηρίου, ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να τον ενημερώσει σχετικά και να επιστρέψει τους φακέλους που του τέθηκαν στη διάθεσή του.

Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από το δικαστήριο βάσει πραγματογνωμοσύνης

Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία από πραγματογνωμοσύνη, υπόκεινται, όπως και άλλα αποδεικτικά στοιχεία στη διαδικασία, στην αξιολόγηση σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο. 233 § 1 ΚΠολΔ, ωστόσο, στη νομολογία των κοινών δικαστηρίων αναφέρεται ότι, επιπλέον, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα συγκεκριμένα κριτήρια εκτίμησης που είναι: οι αρχές της λογικής και κοινή γνώση, το επίπεδο των ειδικών γνώσεων, η θεωρητική βάση της γνώμης, ο τρόπος παρακίνησης και ο βαθμός σταθερότητας που εκφράζεται στα συμπεράσματά της.

Ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που συντάσσεται για σκοπούς δικαστικής υπόθεσης

Κατά τη συζήτηση των θεμάτων που σχετίζονται με την έκδοση γνωμοδοτήσεων από εμπειρογνώμονες σε δικαστικές διαδικασίες, είναι αδύνατο να αγνοηθεί το ζήτημα των λεγόμενων ιδιωτικές γνωματεύσεις εμπειρογνωμόνων. Έγγραφο που συντάσσεται από άτομο με ειδικές γνώσεις σε συγκεκριμένο τομέα, ακόμη και αν έχει συνταχθεί από πρόσωπο εγγεγραμμένο στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρεί ο αρμόδιος Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι ιδιωτικό έγγραφο που δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα αποδεικτικά στοιχεία από εμπειρογνώμονας που ορίζεται από το δικαστήριο.

Σύμφωνα με την τελευταία νομολογία του Αρείου Πάγου, δηλαδή την απόφαση του Αρείου Πάγου της 9ης Αυγούστου 2019 (II CSK 352/18): «Η γραπτή θέση ενός προσώπου που είναι ειδικός σε συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο που παρουσιάζεται από ένα μέρος, υπογεγραμμένη από το πρόσωπο αυτό, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο και χρησιμοποιεί το τεκμήριο γνησιότητας που ορίζεται στο άρθ. 245 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ωστόσο, ένα τέτοιο έγγραφο δεν συνιστά αποδεικτικό στοιχείο στον τομέα των ειδικών γνώσεων, η διαπίστωση των οποίων βασίζεται σε πραγματογνωμοσύνη. Παρόλο που ένα μέρος μπορεί να απαιτήσει να γίνουν δεκτά τα αποδεικτικά στοιχεία μιας τέτοιας πραγματογνωμοσύνης ως ιδιωτικό έγγραφο, αυτά τα στοιχεία μπορούν μόνο να αποδείξουν ότι το πρόσωπο που υπέγραψε την πραγματογνωμοσύνη υπέβαλε δήλωση που περιέχεται στο περιεχόμενό της”. 

Ωστόσο, τονίζεται ότι το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, κατά την αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, υποχρεούται να απαντήσει στη γνώμη του διαδίκου και να εξετάσει εάν η αντιπαράθεση του περιεχομένου και των δύο γνωματεύσεων, δηλαδή του πραγματογνώμονα και της ιδιωτικής. , δεν απαιτεί συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης ή αποδοχή πρόσθετης γνώμης.

Μια ιδιωτική γνωμοδότηση που συντάσσεται κατόπιν αιτήματος του μέρους είναι έκφραση της θέσης του υποβάλλοντος μέρους, που υποστηρίζεται από την πείρα ενός εμπειρογνώμονα σε έναν δεδομένο τομέα. Τα πραγματικά πορίσματα που έγιναν με βάση αυτό το έγγραφο σχετίζονται με το γεγονός της ανάθεσης και σύνταξης μιας τέτοιας γνώμης και αναπτύσσουν τη διαδικαστική θέση των μερών στην υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, είναι απαράδεκτο να γίνονται πορίσματα στη βάση του που θα ήταν θεμελιώδη για το ζήτημα της επίλυσης της υπόθεσης. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Αρείου Πάγου και των κοινών δικαστηρίων. Και έτσι πρέπει να επισημανθεί στην απόφαση του Αρείου Πάγου της 20ής Αυγούστου 2001 (αριθμός πρωτ. φακέλου Ι ΠΚΝ 571/00), όπου αναγραφόταν ότι: «Η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο βάσει αποδεικτικών στοιχείων που δεν έγιναν επίσημα παραδεκτά και διενεργήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζει τους γενικούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας όσον αφορά την αμεσότητα, τη δημοσιότητα, την ισότητα των διαδίκων και την κατ' αντιδικία διαδικασία». Επιπλέον, στην απόφαση του Εφετείου στο Λοντζ της 19ης Φεβρουαρίου 2013 (αριθμός αναφοράς φακέλου I ACa 1121/12) σημειώθηκε ότι: «Οι ιδιωτικές πραγματογνώμονες που καταρτίζονται κατόπιν αιτήματος των μερών, είτε κατά τη διάρκεια της δίκης είτε πριν από την έναρξή της, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επεξήγηση των θέσεων των μερών, υποστηριζόμενες από ειδικά μηνύματα. Η βάση της απόφασης σε γνωματεύσεις ιδιωτικών εμπειρογνωμόνων θα συνιστούσε παράβαση των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας”.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Επομένως, υπό το πρίσμα των ανωτέρω κρίσεων, θα πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι, κατ' αρχάς, η σύνταξη ιδιωτικής γνωμοδότησης ευνοϊκής για τον εντολοδόχο δεν θα αποτελέσει βάση για την έκδοση απόφασης βάσει αυτής. Δεύτερον, η σύνταξη ιδιωτικής γνωμάτευσης δεν θα επιταχύνει τη διαδικασία στην υπόθεση, αλλά αντίθετα - λόγω της ανάγκης επαλήθευσης της μαζί με πραγματογνωμοσύνη που εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος του δικαστηρίου, μπορεί να την παρατείνει. Τρίτον, το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα της ιδιωτικής γνωμοδότησης είναι ότι επιτρέπει την απόδειξη της εγκυρότητας των ισχυρισμών του διαδίκου, υποστηρίζοντάς τους με ειδικές γνώσεις, και ταυτόχρονα αποτελεί τη βάση για μια πολεμική με το περιεχόμενο της γνώμης ενός πραγματογνώμονα που ορίζεται από το δικαστήριο.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλο και πιο συχνά οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις που υποβάλλονται από τους διαδίκους σε δικαστικές διαδικασίες οδηγούν στην ανάγκη να συμβουλευτεί το δικαστήριο γνώμη που έχει συντάξει άλλος πραγματογνώμονας προκειμένου να εξαλειφθούν τυχόν αμφιβολίες που ενδέχεται να προκύψουν στο πλαίσιο δύο διαφορετικών θέσεων πραγματογνωμόνων. ακόμη κι αν η ιδιωτική γνώμη αντιμετωπίζεται ως έγγραφο ιδιωτικό.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά για να αποτελέσει τη βάση για την επίλυση της διαφοράς, πρέπει να επαληθευτεί λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές που συζητούνται στο άρθρο, ξεκινώντας από τη συμμόρφωσή του με τα εκδοθέντα αποδεικτικά στοιχεία και τελειώνοντας με τα κριτήρια για την ελεύθερη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και τα ειδικά κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία των δικαστηρίων που προβλέπονται για αυτό το είδος αποδεικτικών στοιχείων.