Διόρθωση επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της ελάφρυνσης - διακανονισμού Ε&Α

Φόρος Υπηρεσίας

Η δημοσιονομική πολιτική της χώρας μας στηρίζει τις καινοτόμες εταιρείες. Ο νομοθέτης σημείωσε ότι μόνο μια καινοτόμος οικονομία μπορεί να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές προκλήσεις. Μία από τις μορφές υποστήριξης της καινοτομίας είναι η ανακούφιση Ε&Α. Δίνει μεγάλα φορολογικά οφέλη και μειώνει σημαντικά τη φορολογία. Ως εκ τούτου, όλο και περισσότεροι επιχειρηματίες το χρησιμοποιούν. Αν και η φορολογική ελάφρυνση ισχύει εδώ και αρκετά χρόνια, εξακολουθεί να προκαλεί πολλά προβλήματα στους φορολογούμενους. Ας ελέγξουμε πώς υπολογίζεται η διόρθωση των επιλέξιμων δαπανών στο πλαίσιο της ελάφρυνσης Ε&Α.

Αρχές λογιστικής για την ανακούφιση Ε&Α

Οι κανονισμοί σχετικά με την απαλλαγή Ε&Α βρίσκονται στο άρθρο. 4α, σημεία 26-28, άρθ. 9 δευτ. 1β και άρθ. 18δ – 18ε του νόμου περί χρηματαποστολών (ανάλογες διατάξεις μπορούν επίσης να βρεθούν στον νόμο PIT).

Στην πράξη, η ελάφρυνση συνίσταται στην αφαίρεση από τη φορολογική βάση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για τη δραστηριότητα Ε&Α (τα λεγόμενα επιλέξιμα έξοδα), τα οποία ταξινομούνται ως δαπάνες που εκπίπτουν από τον φόρο.

Το ποσό της έκπτωσης στο φορολογικό έτος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του εισοδήματος που προέρχεται από εισόδημα εκτός των εισοδημάτων από υπεραξίες. Δεν διακανονίζουμε την ελάφρυνση με εισοδήματα από υπεραξίες.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ζημιά για το φορολογικό έτος ή όταν το ποσό του εισοδήματος είναι χαμηλότερο από το ποσό των κρατήσεων, οι εκπτώσεις - στο σύνολό τους ή στο υπόλοιπο μέρος αντίστοιχα - γίνονται στις φορολογικές δηλώσεις για τα επόμενα έξι φορολογικά έτη αμέσως μετά το έτος κατά το οποίο ο φορολογούμενος άσκησε ή δικαιούνταν την έκπτωση.

Επιλέξιμες δαπάνες

Οι φορολογούμενοι που επιθυμούν να επωφεληθούν από τη φορολογική ελάφρυνση πρέπει πρώτα από όλα να γνωρίζουν τι κόστος θα περιλαμβάνουν στο λεγόμενο επιλέξιμες δαπάνες. Αυτά θα είναι τα έξοδα:

  • μισθοί εργαζομένων στο μέρος που σχετίζεται με δραστηριότητες Ε&Α και συναφείς εισφορές κοινωνικής ασφάλισης·

  • αμοιβή για συμβάσεις εντολής ή για συγκεκριμένη εργασία στο μέρος που σχετίζεται με δραστηριότητα Ε&Α και συναφείς εισφορές κοινωνικής ασφάλισης·

  • αγορά εξειδικευμένου εξοπλισμού (ο οποίος δεν αποτελεί πάγιο περιουσιακό στοιχείο), καθώς και υλικών και πρώτων υλών που σχετίζονται άμεσα με τη δραστηριότητα Ε&Α που διεξάγεται·

  • γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων, γνωμοδοτήσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες και ισοδύναμες υπηρεσίες, που παρέχονται ή παρέχονται βάσει σύμβασης από φορείς που αναφέρονται στις διατάξεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την επιστήμη, καθώς και την απόκτηση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους για σκοπούς Ε&Α·

  • πληρωμένη χρήση επιστημονικού και ερευνητικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται μόνο στη διεξαγόμενη δραστηριότητα Ε&Α, εάν αυτή η χρήση δεν προκύπτει από συμφωνία που έχει συναφθεί με οντότητα που σχετίζεται με τον φορολογούμενο·

  • αγορά της υπηρεσίας χρήσης επιστημονικού και ερευνητικού εξοπλισμού μόνο για τις ανάγκες της δραστηριότητας Ε&Α που διεξάγεται, εάν η αγορά της υπηρεσίας δεν προκύπτει από συμφωνία που έχει συναφθεί με οντότητα συνδεδεμένη με τον φορολογούμενο·

  • τα αναφερόμενα έξοδα απόκτησης και διατήρησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δικαιώματος προστασίας για υπόδειγμα χρησιμότητας ή δικαιώματος καταχώρισης βιομηχανικού σχεδίου·

  • διαγραφές αποσβέσεων πάγιων περιουσιακών στοιχείων και άυλων περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στη διεξαγόμενη δραστηριότητα Ε&Α, με εξαίρεση τα επιβατικά αυτοκίνητα και κατασκευές, κτίρια και εγκαταστάσεις που ανήκουν σε ξεχωριστή ιδιοκτησία (υπόκεινται σε κέντρα έρευνας και ανάπτυξης).

Προσαρμογές που εκπίπτουν φόρου

Σύμφωνα με το άρθ. 15 δευτ. 4i του νόμου περί CIT, εάν η προσαρμογή του εκπιπτόμενου φόρου κόστους, συμπεριλαμβανομένης της διαγραφής αποσβέσεων, δεν προκαλείται από λογιστικό λάθος ή άλλο προφανές λάθος, γίνεται με τη μείωση ή την αύξηση των εκπιπτόντων φορολογικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο διακανονισμού στο οποίο ελήφθη το διορθωτικό τιμολόγιο ή, ελλείψει τιμολογίου, άλλο έγγραφο που επιβεβαιώνει τους λόγους της διόρθωσης. Ο παραπάνω κανονισμός υποδεικνύει την αρχή σύμφωνα με την οποία πρέπει να προσαρμόζονται οι εκπιπτόμενες από τον φόρο δαπάνες. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις κάνουμε διορθώσεις σε συνεχή βάση. Στην πράξη δεν χρειάζεται να διορθώσουμε φορολογικές εκκαθαρίσεις που έχουν ήδη γίνει.

Αυτή η λύση σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να διορθώσουμε προηγουμένως υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις.

Διόρθωση επιλέξιμων δαπανών

Όπως δείξαμε παραπάνω, στην οικονομική πρακτική συχνά αντιμετωπίζουμε μια προσαρμογή κόστους. Επηρεάζει αυτόματα το ποσό των επιλέξιμων δαπανών.

Οι φορολογούμενοι αναρωτιούνται πώς να λογοδοτήσουν τη φορολογική ελάφρυνση Ε&Α σε μια τέτοια περίπτωση.

Παράδειγμα 1.

Ο φορολογούμενος διεξάγει δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και επωφελείται από τη φορολογική ελάφρυνση Ε&Α. Το σχετικό κόστος έχει προσαρμοστεί. Η διόρθωση σχετιζόταν με προφανές λάθος. Διορθωτικό τιμολόγιο μειωμένο κόστος. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει ο φορολογούμενος να διορθώσει τον φορολογικό διακανονισμό CIT-8 και CIT BR;

Σε αυτήν την περίπτωση, οι φορολογούμενοι πρέπει να προσδιορίσουν τη στιγμή λογιστικής για τις επιλέξιμες δαπάνες που σχετίζονται με δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, όταν μετά τη διευθέτηση της φορολογικής ελάφρυνσης Ε&Α για μια δεδομένη περίοδο, ο φορολογούμενος λαμβάνει αρνητικά διορθωτικά τιμολόγια.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Οι διατάξεις που αφορούν τον διακανονισμό της ελάφρυνσης Ε&Α δεν θα πρέπει να αλλάξουν την αρχή που προκύπτει από το άρθρο. 15 δευτ. 4 και τον νόμο περί χρηματαποστολών, δηλαδή προσαρμογές κόστους σε συνεχή βάση.

Οι διατάξεις για την αρωγή για την έρευνα και την ανάπτυξη στερούνται κανονισμών σχετικά με τη διόρθωση των επιλέξιμων δαπανών. Σε αυτήν την περίπτωση, όσον αφορά τη στιγμή της διόρθωσης του κόστους, θα πρέπει να ισχύουν οι παραπάνω αρχές διόρθωσης κόστους σε συνεχή βάση.

Αν και έχουμε να κάνουμε με μια «ανακούφιση» στην παρούσα υπόθεση, δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά.

Να υπενθυμίσουμε ότι η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων και η βιβλιογραφία συμφωνούν ότι οι διατάξεις για τις ελαφρύνσεις και τις απαλλαγές αποτελούν εξαίρεση στην αρχή της καταβολής φόρων. Θα πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά, εφαρμόζοντας τους κανόνες της γλωσσικής ερμηνείας.

Μόνο σε αιτιολογημένες περιπτώσεις επιτρέπεται και η χρήση μη γλωσσικών μεθόδων ερμηνείας, ενώ η χρήση μη γλωσσικών μεθόδων ερμηνείας θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς.

Στην περίπτωση αυτή, παρά τη διόρθωση, η επιλέξιμη δαπάνη επιστράφηκε στον φορολογούμενο με οποιαδήποτε μορφή.

Οι φορολογικοί κανονισμοί σχετικά με την ελάφρυνση Ε&Α αφορούν κάθε είδους καταστάσεις στις οποίες ο φορολογούμενος λαμβάνει χρηματοδότηση (επιστροφή κεφαλαίων), την οποία κατανέμει για την κάλυψη επιλέξιμων δαπανών και όχι για τη διόρθωση αυτών των δαπανών αργότερα.

Έτσι, το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν έχει ρυθμίσει το θέμα αυτό δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση για την υιοθέτηση λύσης δυσμενούς για τον φορολογούμενο.

Συνοψίζοντας, η διόρθωση των επιλέξιμων δαπανών που περιλαμβάνονται στην απαλλαγή Ε&Α, που προκαλείται από νέα γεγονότα που έχουν ως αποτέλεσμα τη λήψη διορθωτικών τιμολογίων, θα πρέπει να αναγνωρίζεται σε συνεχή βάση. Έτσι, ο φορολογούμενος δεν υποχρεούται να διορθώσει την προηγουμένως υποβληθείσα ετήσια φορολογική δήλωση.