Ανάληψη υπαλλήλων ανταγωνιστικού χώρου εργασίας - συνέπειες

Υπηρεσία

Μία από τις βασικές αρχές στις επιχειρηματικές συναλλαγές που σχετίζονται με τις επιχειρήσεις είναι η αλλαγή των εργαζομένων και η εναλλαγή τους. Η βάση για αυτήν την κατάσταση πραγμάτων μπορεί να βρεθεί σε πολλούς παράγοντες, είτε πρόκειται για την κατάσταση της αγοράς, είτε για οργανωτικές αλλαγές μιας δεδομένης επιχείρησης ή ακόμα και για αλλαγές αναδιάρθρωσης. Αξίζει να αναλυθεί η κατάσταση όταν οι αλλαγές εργαζομένων αφορούν οντότητες που λειτουργούν σε ανταγωνιστικό επίπεδο.

Σε μια κατάσταση όπου η εναλλαγή αρχίζει να μετατρέπεται σε άδικη ανάληψη υπαλλήλων ενός ανταγωνιστικού χώρου εργασίας, τότε μπορεί να έχουμε να κάνουμε με μια πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.

Η ανάληψη εργαζομένων σε έναν ανταγωνιστικό χώρο εργασίας ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού

Πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού είναι μια πράξη που αντίκειται στο νόμο ή την ευπρέπεια, εάν απειλεί ή παραβιάζει το συμφέρον άλλου επιχειρηματία ή πελάτη.

Οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ειδικότερα: παραπλανητικός προσδιορισμός εταιρείας, ψευδής ή δόλιος προσδιορισμός της γεωγραφικής προέλευσης αγαθών ή υπηρεσιών, παραπλανητικός προσδιορισμός αγαθών ή υπηρεσιών, παραβίαση επιχειρηματικού απορρήτου, κίνητρο για καταγγελία ή μη εκτέλεση της σύμβασης , μίμηση προϊόντων, συκοφαντία ή άδικος έπαινος, παρεμπόδιση πρόσβασης στην αγορά, δωροδοκία προσώπου που ασκεί δημόσια λειτουργία, καθώς και άδικη ή απαγορευμένη διαφήμιση, οργάνωση συστήματος πωλήσεων χιονοστιβάδας, διεξαγωγή ή οργάνωση δραστηριοτήτων σε σύστημα κοινοπραξίας και αδικαιολόγητες επέκταση των όρων πληρωμής για παραδοτέα αγαθά ή παρεχόμενες υπηρεσίες.

Πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού θεωρείται επίσης αθέμιτη επιρροή στις συμβατικές σχέσεις, εκδήλωση της οποίας θα είναι η ανάληψη εργαζομένων σε ανταγωνιστικό χώρο εργασίας, με χρήση τεχνικών και μηχανισμών που παραβιάζουν την ευπρέπεια ή είναι αντίθετοι με το νόμο.

Η παρότρυνση ενός εργαζομένου σε ορισμένες συμπεριφορές ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.

Σύμφωνα με το άρθ. 12 δευτ. 1 του νόμου της 16ης Απριλίου 1993 για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, είναι μια πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού να πειστεί ένα άτομο που παρέχει εργασία στον επιχειρηματία, βάσει εργασιακής σχέσης ή άλλης έννομης σχέσης, σε μη εκτέλεση ή ακατάλληλη απόδοση των καθηκόντων των εργαζομένων ή άλλων συμβατικών υποχρεώσεων, προκειμένου να αποκομίσετε οφέλη εσείς ή τρίτα μέρη ή να βλάψετε τον επιχειρηματία.

Η προστασία που εγγυάται ο νομοθέτης βάσει της προαναφερθείσας διάταξης συνίσταται στη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των συμβατικών σχέσεων του επιχειρηματία, στην προστασία του από μη εκτέλεση ή κακή εκτέλεση της σύμβασης ή καταγγελία της σύμβασης, που θα συνέβαινε σε σχέση με τις ενέργειες που έγιναν από τρίτο μέρος. Ο νομοθέτης κατέστησε τη διάρκεια των συμβατικών σχέσεων προστατευόμενο αγαθό, απαγορεύοντας την πρόκληση καταγγελίας συμβάσεων από πρόσωπα που παρέχουν εργασία στον επιχειρηματία.

Ως εκ τούτου, το αντικείμενο αδικοπραξίας στη διάταξη αυτή είναι ένας συγκεκριμένος τύπος συμπεριφοράς, ο οποίος συνίσταται στο να πειστούν οι εργαζόμενοι του ανταγωνιστή για μη εκπλήρωση ή ανάρμοστη εκτέλεση των καθηκόντων των εργαζομένων ή άλλων συμβατικών υποχρεώσεων. Κάθε φορά, το κίνητρο πρέπει να έχει ως στόχο να ωφελήσει τον εαυτό του ή τρίτα μέρη ή να βλάψει τον επιχειρηματία.

Παράδειγμα 1

Ενθάρρυνση του υπαλλήλου που είναι υπεύθυνος για την τεκμηρίωση που απαιτείται για την επίλυση της προσφοράς να μην την αποστείλει στην αρμόδια αρχή εγκαίρως, με αποτέλεσμα η προσφορά να μην λαμβάνεται υπόψη στον διαγωνισμό και έτσι ο ανάδοχος που θα πείσει θα είναι σε θέση να κερδίσει η προσφορά. Η ανεντιμότητα εκδηλώνεται εδώ με τη διατάραξη της αρμονικής εκπλήρωσης των αναλαμβανόμενων υποχρεώσεων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ισχύος στην αγορά του επιχειρηματία που επηρεάζεται από μια τέτοια πράξη.

Τονίζεται στη νομολογία ότι οι διατάξεις του νόμου περί καταπολέμησης του αθέμιτου ανταγωνισμού που αναφέρονται στο άρθ. Το άρθρο 12 παράγραφος 2 αποσκοπεί στην προστασία της αγοράς, και συνεπώς των οντοτήτων που συμμετέχουν σε αυτές.

Φυσικά, ο ανταγωνισμός συνεπάγεται ανταγωνισμό, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός δεν πρέπει να νοθεύεται. Η αξιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του επιχειρηματία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο αυτής της συμπεριφοράς στις σχέσεις της αγοράς. Στην πράξη, είναι απαραίτητο να φαίνεται όχι μόνο η κατακριτέα συμπεριφορά του επιχειρηματία, αλλά και οι συνέπειές της ή η απειλή εμφάνισής τους, προκαλώντας διακοπή της εργασίας άλλου επιχειρηματία.

Το γεγονός της κατάχρησης των αρχών του θεμιτού ανταγωνισμού απαιτεί σταθερή και βέβαιη απόδειξη, και το βάρος της απόδειξης φέρει η οντότητα που αναζητά νομική προστασία. Σε μια κατάσταση όπου ο επιχειρηματίας αντιλαμβάνεται ότι ένας άλλος επιχειρηματίας έχει λάβει μέτρα για να πείσει τον εργαζόμενο να ενεργήσει αθέμιτο ανταγωνισμό και θέλοντας να απαιτήσει νομική προστασία από αυτή την άποψη, πρέπει να αποδείξει ότι έχουν γίνει τέτοιες ενέργειες.

Επίσης, το να πειστεί ένας εργαζόμενος να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας, όχι μόνο να την εκτελέσει, πρέπει να είναι κατευθυντικός, προκειμένου να ωφεληθεί ο υποκινούμενος ή άλλο πρόσωπο ή να προκληθεί ζημία στον επιχειρηματία που απασχολεί τον εργαζόμενο.

Η δράση που αναλαμβάνεται με πλήρη επίγνωση αυτού του στόχου απαιτεί διαδικαστική απόδειξη και δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις παραδοχές του επιχειρηματία.

Μερικές φορές μπορεί να είναι δύσκολο να διακριθεί το όριο μιας αδικοπραξίας από μια πράξη που επιτρέπεται στις επιχειρηματικές συναλλαγές, επομένως κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και μεμονωμένα.

Παράδειγμα 2

Η απλή υποβολή ανταγωνιστικής προσφοράς στον εργαζόμενο του επιχειρηματία δεν αποτελεί κίνητρο για μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση ή καταγγελία της σύμβασης, αλλά μόνο εάν συνάδουν με την ορθή πρακτική και το νόμο, καθώς και με τις αρχές της δίκαιης τον ανταγωνισμό και την ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας.

Εάν, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσφοράς, ο εργαζόμενος καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να συνδέεται με πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς η συμπεριφορά αυτή προκύπτει από την κυρίαρχη απόφαση του εργαζομένου που παρέχει εργασία στον επιχειρηματία δεν πρέπει να θεωρείται ως τέτοιο.

Συνέπειες από τη διάπραξη πράξης αθέμιτου ανταγωνισμού

Εάν ένα τρίτο μέρος δεσμευτεί να πείσει τους υπαλλήλους ενός ανταγωνιστικού χώρου εργασίας να καταγγείλουν τη σύμβαση ή να μην την εκτελέσουν, είναι πιθανό για την εν λόγω οντότητα να υπαχθεί αστική ευθύνη.

Σε περίπτωση πράξης αθέμιτου ανταγωνισμού, ο επιχειρηματίας του οποίου το συμφέρον έχει απειληθεί ή παραβιαστεί, μπορεί να ζητήσει:

  1. παύση παράνομων δραστηριοτήτων·
  2. εξάλειψη των επιπτώσεων των απαγορευμένων δραστηριοτήτων·
  3. υποβολή μιας ενιαίας ή πολλαπλής δήλωσης με κατάλληλο περιεχόμενο και σε κατάλληλη μορφή·
  4. αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε, με γενικούς όρους·
  5. έκδοση αδικαιολόγητων παροχών, με γενικούς όρους·
  6. επιδίκαση κατάλληλου χρηματικού ποσού για συγκεκριμένο κοινωνικό σκοπό που σχετίζεται με την υποστήριξη του πολωνικού πολιτισμού ή την προστασία της εθνικής κληρονομιάς - εάν η πράξη του αθέμιτου ανταγωνισμού ήταν υπαίτια.

Η αναφερόμενη διάταξη περιέχει επακριβώς καθορισμένο κατάλογο απαιτήσεων που οφείλονται στον ζημιωθέντα επιχειρηματία και αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις διατάξεις, για παράδειγμα, του Αστικού Κώδικα. Ως εκ τούτου, η εκκαθάριση των συνεπειών μιας πράξης αθέμιτου ανταγωνισμού θα πρέπει να ακολουθεί αυτόν τον κανονισμό. Για να ευθύνεται τρίτος για πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, είναι απαραίτητο να ασκηθεί αγωγή εναντίον του προσώπου αυτού. Επιχειρηματίας που επιδιώκει οποιαδήποτε από τις αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο. 18 δευτ. 1 της πράξης, εκτός από το να δείχνει τη συμπεριφορά του εναγόμενου που την χαρακτηρίζει ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, θα πρέπει να αποδεικνύει και ότι έχει απειληθεί ή προσβληθεί το συμφέρον του.

 

Υλικό που ετοίμασε η ομάδα του «Tak Prawnik».

Ο ιδιοκτήτης της μάρκας "Tak Prawnik" είναι η BZ Group Sp. ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ.