Πώληση θέσης στάθμευσης με ΦΠΑ, ΦΠΑ και ελάφρυνση στέγασης

Φόρος Υπηρεσίας

Εκτός από την κλασική πώληση ακινήτων, όπως ένα διαμέρισμα ή μονοκατοικία, οι φορολογούμενοι μπορεί να αντιμετωπίσουν και το θέμα του φορολογικού διακανονισμού για την πώληση μιας θέσης στάθμευσης. Επομένως, στο παρακάτω άρθρο θα σας πούμε πώς παρουσιάζεται η πώληση θέσης στάθμευσης σε ΦΠΑ και ΦΠΑ. Επιπλέον, στο πλαίσιο του φόρου PIT, θα εξετάσουμε τη δυνατότητα αξιοποίησης της στεγαστικής ελάφρυνσης.

Πώληση θέσης στάθμευσης με ΦΠΑ

Καταρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ΦΠΑ θα προκύπτει μόνο όταν μια θέση στάθμευσης πωλείται από ΦΠΑ που είναι φορέας που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα.

Εάν η πώληση αφορά ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο και έχουμε να κάνουμε με τυπική άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας ενός ατόμου, αυτό το είδος συναλλαγής δεν υπόκειται σε ΦΠΑ καθόλου.

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι ο πωλητής είναι ενεργός υπόχρεος ΦΠΑ. Εδώ τίθεται ένα ερώτημα σχετικά με τον συντελεστή ΦΠΑ.

Πρώτον, να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με το άρθ. 41 δευτ. 12 του νόμου περί ΦΠΑ, ο μειωμένος φορολογικός συντελεστής 8% ισχύει για την προμήθεια, κατασκευή, ανακαίνιση, εκσυγχρονισμό, θερμικό εκσυγχρονισμό ή ανακατασκευή κτιρίων ή τμημάτων τους που περιλαμβάνονται στην κατασκευή που καλύπτεται από το πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης.

Πολύ συχνά, η πώληση μιας θέσης στάθμευσης συνδέεται στενά με την πώληση των χώρων. Εάν η θέση στάθμευσης εκχωρηθεί και εκχωρηθεί στις εγκαταστάσεις και δεν υπάρχει χωριστό κτηματολόγιο και υποθηκοφυλακείο, η πώληση του συνόλου (δηλαδή τόσο των χώρων όσο και της θέσης στάθμευσης) θα υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή 8%.

Δεδομένου ότι οι κανονισμοί αστικού δικαίου αντιμετωπίζουν την ακίνητη περιουσία ως ενιαίο σύνολο, είναι αδικαιολόγητη η τεχνητή διαίρεση της πώλησης σε δύο συναλλαγές: η μία αφορά το χώρο και η άλλη τη θέση στάθμευσης. Ομοίως, η εφαρμογή δύο διαφορετικών φορολογικών συντελεστών σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να θεωρείται ασυμβίβαστη.

Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική όταν ο χώρος στάθμευσης αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό ακίνητο. Στην περίπτωση αυτή η παράδοση θα υπόκειται σε ΦΠΑ 23%.

Εάν η πώληση καλύπτει μόνο τη θέση στάθμευσης, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις, η προϋπόθεση για την εφαρμογή του συντελεστή 8%, σύμφωνα με το άρθ. 41 δευτ. 12 του νόμου είναι η εκπλήρωση δύο προϋποθέσεων.

Πρώτον, το εύρος των δραστηριοτήτων που εκτελούνται πρέπει να σχετίζεται με την κατασκευή, την ανακατασκευή, την ανακαίνιση, τον εκσυγχρονισμό, τον θερμικό εκσυγχρονισμό κτιρίων ή την παράδοσή τους.

Δεύτερον, τα κτίρια ή τα μέρη τους που σχετίζονται με τα προαναφερθέντα οι δραστηριότητες πρέπει να περιλαμβάνονται στον κατασκευαστικό κλάδο που καλύπτεται από το πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης, πράγμα που σημαίνει ότι στην περίπτωση κατασκευής κατοικιών, πρέπει να είναι κτίρια κατοικιών για μόνιμη κατοικία που ταξινομούνται στην Πολωνική Ταξινόμηση Κατασκευαστικών Αντικειμένων στην ενότητα 11. Μη ικανοποίηση τουλάχιστον ένα από τα προαναφερθέντα Τα προαπαιτούμενα σημαίνουν ότι η συναλλαγή δεν μπορεί να επωφεληθεί από τον προνομιακό φορολογικό συντελεστή 8%.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η ίδια η θέση στάθμευσης δεν έχει οικιστική λειτουργία και ως εκ τούτου η παροχή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για μειωμένο φορολογικό συντελεστή.

Η πώληση μόνο της θέσης στάθμευσης υπόκειται σε συντελεστή 23%. Σε περίπτωση που η θέση στάθμευσης εκχωρείται σε συγκεκριμένη κατοικία, η πώληση του συνόλου του ακινήτου θα φορολογείται με χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή 8%.

Πώληση θέσης στάθμευσης σε οικόπεδο PIT

Σύμφωνα με το άρθ. 10 δευτ. 1 πόντος 8 λιτ. και του νόμου PIT, ο φόρος είναι πληρωτέος για την πώληση ακινήτου ή μέρους αυτού, εάν δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας και έγινε εντός 5 ετών από το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο έγινε η απόκτηση .

Επομένως, εισόδημα από την πώληση ακίνητης περιουσίας, το μέρος της και ένα μερίδιο σε ακίνητη περιουσία προς αντάλλαγμα δεν θα προκύψουν εάν πληρούνται από κοινού δύο προϋποθέσεις:

  • η πώληση ακίνητης περιουσίας εξ επαχθούς αιτίας δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας (δεν αποτελεί αντικείμενο οικονομικής δραστηριότητας) και

  • έγινε μετά από 5 χρόνια από το τέλος του ημερολογιακού έτους στο οποίο αποκτήθηκε.

Η ανωτέρω διάταξη διατυπώνει έναν γενικό κανόνα ότι η επί πληρωμή πώληση ακινήτων, του μέρους ή του μεριδίου της σε ακίνητη περιουσία πριν από τη λήξη της πενταετίας, από το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο έγινε η απόκτηση ή η κατασκευή, δημιουργεί φορολογική υποχρέωση με τη μορφή πληρωμής φόρου εισοδήματος. Έτσι, εάν η πώληση της ακίνητης περιουσίας, του μέρους ή του μεριδίου της στην ακίνητη περιουσία προς αντάλλαγμα πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο 5 ετών από το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο έγινε η απόκτηση, δεν αποτελεί πηγή εισοδήματος, και επομένως το ποσό που αποκτήθηκε από αυτή την πώληση ακινήτου, μέρος ή μερίδιο ακίνητης περιουσίας δεν φορολογείται καθόλου.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Ως αποτέλεσμα, καθίσταται πολύ σημαντικό να καθοριστεί η στιγμή αγοράς μιας θέσης στάθμευσης.

Υποθέτοντας όμως ότι η πώληση πραγματοποιείται κατά τη φορολογική περίοδο (δηλαδή στην πενταετία), ο φορολογούμενος πρέπει να λάβει υπόψη την ανάγκη καταβολής του φόρου.

Σύμφωνα με το άρθ. 30ε παράγραφος. 1 του νόμου περί φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για εισόδημα από πώληση ακινήτων έναντι πληρωμής και τα δικαιώματα που καθορίζονται στο άρθρο. 10 δευτ. 1 πόντος 8 λιτ. α – γ ο φόρος εισοδήματος είναι 19% της φορολογικής βάσης.

Σύμφωνα με το άρθ. 30ε παράγραφος. 2 παραπάνω της πράξης, βάση υπολογισμού του φόρου που αναφέρεται στην παράγρ. 1, είναι το εισόδημα που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του εισοδήματος από τη διάθεση ακίνητης περιουσίας ή των δικαιωμάτων εξ επαχθούς αιτίας που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4. 19 και τα έξοδα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 δευτ. 6 γ και 6 δ, συν το άθροισμα των αποσβέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1. 22 ώρα της παραγράφου 1. 1 σημείο 1, κατασκευασμένο από τα πωληθέντα ακίνητα ή δικαιώματα.

Κατά συνέπεια, ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσδιορίσει τόσο τα έσοδα - που είναι η τιμή που προκύπτει από την πώληση - όσο και το κόστος - που θα είναι κατά κύριο λόγο το κόστος αγοράς μιας θέσης στάθμευσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο ποσών είναι το φορολογητέο εισόδημα που υπόκειται στον συντελεστή 19%.

Σε ό,τι αφορά τον φορολογικό διακανονισμό, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει PIT-39 έως τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος. Τα έσοδα λοιπόν από την πώληση θέσης στάθμευσης λογίζονται σε χωριστή φορολογική δήλωση και δεν συνδυάζονται με έσοδα από άλλες πηγές.

Εάν η πώληση θέσης στάθμευσης πραγματοποιηθεί εντός 5 ετών από το τέλος του ημερολογιακού έτους που έγινε η απόκτηση, ο φορολογούμενος πρέπει να λάβει υπόψη του την υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος 19%.

Πώληση θέσης στάθμευσης και ανακούφισης κατοικίας

Δεν θα είναι πάντα απαραίτητο να πληρώσετε PIT, επειδή οι φορολογούμενοι έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη φορολογική απαλλαγή που ορίζεται στο άρθρο. 21 δευτ. 1 σημείο 131 του νόμου PIT.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, εάν τα έσοδα από την πώληση ακινήτων διατεθούν για ιδιοκατοίκηση, η εκποίηση θα απαλλάσσεται του φόρου. Η εκταμίευση πρέπει να πραγματοποιηθεί από την επομένη της ημερομηνίας πώλησης και όχι αργότερα από το τέλος του τρίτου έτους από το τέλος του ημερολογιακού έτους πώλησης.

Σημαντικός είναι και ο κατάλογος των δαπανών για ιδιοκατοίκηση. Αυτά θα είναι, για παράδειγμα, έξοδα για αγορά νέου ακινήτου, ανακαίνιση ή εκσυγχρονισμό υπάρχοντος ή εξόφληση υποθήκης που έχει συναφθεί πριν από την πώληση σε άλλο ακίνητο.

Στο πλαίσιο του θέματος που συζητήσαμε, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν εμπόδια τα κονδύλια από την πώληση θέσης στάθμευσης να διατεθούν για τη δική του κατοικία.

Φυσικό πρόσωπο που πωλεί χώρο στάθμευσης και διαθέτει όλα τα κεφάλαια που αποκτήθηκαν για δικούς του στεγαστικούς σκοπούς, μπορεί να επωφεληθεί από τη στεγαστική ελάφρυνση που ορίζεται στο άρθρο. 21 δευτ. 1 σημείο 131 του νόμου PIT.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να αναφέρουμε ότι η πώληση μιας θέσης στάθμευσης μπορεί να είναι φορολογικά ουδέτερη συναλλαγή τόσο από πλευράς ΦΠΑ όσο και ΦΠΑ. Αυτό θα συμβαίνει όταν ένα φυσικό πρόσωπο που δεν ασκεί επιχείρηση διαθέτει όλα τα έσοδα από την πώληση για δικούς του σκοπούς στέγασης.