Βελτίωση παγίων

Δικτυακός Τόπος

Ο ορισμός της «βελτίωσης παγίων» έχει συμπεριληφθεί σε τρεις ξεχωριστές νομοθετικές πράξεις, κάτι που στην πράξη σημαίνει σημαντικές δυσκολίες στη σωστή ταξινόμηση και καταγραφή τους. Οι ορισμοί που παρέχονται στο Accounting Act, στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και στον νόμο περί φόρου εισοδήματος διαφέρουν μεταξύ τους, γι' αυτό αξίζει να τους οργανώσουμε και να διευκρινίσουμε τις σχετικές αμφιβολίες.

Η βελτίωση των παγίων, όπως ορίζεται στον Λογιστικό Νόμο, συνίσταται σε ανακατασκευή, επέκταση, εκσυγχρονισμό ή ανακατασκευή και προκαλεί ότι η αξία χρήσης αυτού του παγίου, μετά την ολοκλήρωση της βελτίωσης, υπερβαίνει την αρχική του αξία χρήσης.

Οι διατάξεις του νόμου περί φόρου εισοδήματος, όπως και ο νόμος περί λογιστικής, αντιμετωπίζουν τις βελτιώσεις ως ανακατασκευή, επέκταση, ανακατασκευή, προσαρμογή ή εκσυγχρονισμό ενός παγίου περιουσιακού στοιχείου.

Διαφορετικό ορισμό δίνουν οι διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών. Σύμφωνα με αυτές, οι βελτιώσεις περιλαμβάνουν μόνο έξοδα που σημαίνουν μελλοντικά οφέλη για την οικονομική οντότητα και εκείνα που προκαλούν την αξιόπιστη επιμέτρηση της αξίας των βελτιώσεων.

Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, μια βελτίωση προκαλεί αύξηση της αρχικής αξίας ενός παγίου, πράγμα που σημαίνει ότι το κόστος του θα περιλαμβάνεται στο φορολογικό κόστος μόνο κατά τη στιγμή της απόσβεσης. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη εδώ ότι από τον Ιανουάριο του 2003 εισήχθη ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ένα πάγιο θεωρείται ότι έχει βελτιωθεί όταν το άθροισμα των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για αυτόν τον λογαριασμό σε ένα δεδομένο φορολογικό έτος υπερβαίνει τα 3.500 PLN.

Επιπλέον, είναι σημαντικό το κόστος αντικατάστασης (που σχετίζεται με την ανακαίνιση) να συμπεριλαμβάνεται από τον φορολογούμενο απευθείας στο κόστος της επιχειρηματικής δραστηριότητας τη στιγμή που πραγματοποιούνται.

Λόγω του γεγονότος ότι η βελτίωση των παγίων αυξάνει την αρχική τους αξία, για την ορθότητα της αξίας των αποσβέσεων θα πρέπει να προσδιορίζεται η νέα Τροποποιημένη απόσβεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΔΛΠ, να εφαρμόζεται από τη στιγμή της βελτίωσης.