Πώς μπορεί ένας εργοδότης να ανακαλέσει τη λύση της σύμβασης εργασίας;

Υπηρεσία

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Εργατικού Κώδικα (ΚΚ) επιτρέπεται η καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου, αορίστου και δοκιμαστικού χρόνου. Κάθε μέρος μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με προειδοποίηση. Αντίθετα, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας επέρχεται με την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης (άρθρ. 32 εργατικού κώδικα).

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος επιθυμεί να συνεχίσει την απασχόληση, παρά την υποβληθείσα δήλωση βούλησης, που είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Να σημειωθεί ότι ο Κώδικας Εργασίας δεν προβλέπει καμία διάταξη που να ρυθμίζει την ανάκληση προκήρυξης πρόσληψης. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη που επιθυμούν να αποσύρουν τη λύση της σύμβασης εργασίας, θα μπορούν, σύμφωνα με το άρθ. 300 kp αναφέρονται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (kc) που αφορούν τις δηλώσεις βούλησης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο. 300 του Εργατικού Κώδικα, σε θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως στη σχέση εργασίας, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές του εργατικού δικαίου.

Πώς μπορεί να ανακληθεί η καταγγελία σύμβασης εργασίας;

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας είναι δήλωση βούλησης του εργοδότη ή του εργαζομένου, συνέπεια της οποίας είναι η λύση της εργασιακής σχέσης με τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης ή με τη λύση της σύμβασης εργασίας . Σύμφωνα με το άρθ. 61 του Αστικού Κώδικα, δήλωση βούλησης για υποβολή σε άλλο πρόσωπο υποβάλλεται τη στιγμή που έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσει να εξοικειωθεί με το περιεχόμενό της. Η ανάκληση μιας τέτοιας δήλωσης είναι αποτελεσματική εάν συνέβη ταυτόχρονα με τη δήλωση αυτή ή νωρίτερα.

Η δήλωση για την απόσυρση της ειδοποίησης θα πρέπει να φτάσει στον εργαζόμενο ακόμη και πριν εξοικειωθεί με τη λύση της σύμβασης εργασίας ή ταυτόχρονα με αυτήν.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου (Ανώτατο Δικαστήριο) της 6ης Ιανουαρίου 1980 (αριθμός αναφοράς φακέλου I PRN 109/80) η σύμβαση εργασίας λύεται με την υποβολή γραπτής δήλωσης για τη λύση της παρούσας σύμβασης. Μια τέτοια δήλωση θα πρέπει να θεωρείται ότι έγινε τη στιγμή που ο παραλήπτης έλαβε γνώση της κατά τρόπο ώστε να μπορέσει να εξοικειωθεί με το περιεχόμενό της. Κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να τονιστεί ότι έως ότου ο εργαζόμενος εξοικειωθεί με το περιεχόμενο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης μπορεί ουσιαστικά να αποσύρει την προαναφερθείσα δήλωση.

Η δήλωση για την ανάκληση της ειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας θα πρέπει να απευθύνεται στον κατάλληλο παραλήπτη. Η αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού στη συνδικαλιστική οργάνωση ή το υποκατάστημα της εταιρείας στο οποίο εργάζεται ο εργαζόμενος είναι αναποτελεσματική έως ότου μπορέσει να διαβάσει τη δήλωση.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 2006 (αριθμός αναφοράς φακέλου Ι ΠΚ 128/05) ο εργαζόμενος είναι ο αποδέκτης της δήλωσης πρόθεσης του εργοδότη να αποσύρει την ειδοποίηση. Η υποβολή μιας τέτοιας δήλωσης σε άλλο πρόσωπο, ακόμη και αν ήταν εκπρόσωπος συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούσε τον εργαζόμενο, είναι αναποτελεσματική εφόσον η δήλωση δεν φθάνει στον εργαζόμενο με τρόπο που να επιτρέπει στον εργαζόμενο να εξοικειωθεί με το περιεχόμενό της.

Παράδειγμα 1.

Ο εργοδότης αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με τον εργαζόμενο και έστειλε ειδοποίηση καταγγελίας από τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στο Łódź στον πρόεδρο των συνδικαλιστικών οργανώσεων που λειτουργούν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας. Ο υπάλληλος εργαζόταν στο Γκντανσκ, αλλά ήταν σε αντιπροσωπεία εκείνη την εποχή. Κατά τη συνεχιζόμενη αντιπροσωπεία εργαζομένων, ο εργοδότης αποφάσισε να αποσύρει την παραπάνω δήλωση. Επειγόντως, εστάλη στο υποκατάστημα στο Gdańsk δήλωση σχετικά με την απόσυρση της ειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Ο εργαζόμενος δεν είχε χρόνο να διαβάσει την ειδοποίηση, επομένως η δήλωση για την απόσυρσή της θα είναι αποτελεσματική και ο εργοδότης δεν θα χρειαστεί τη συγκατάθεση του εργαζομένου για το σκοπό αυτό.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου της 28ης Μαρτίου 2002 (αριθμός πρωτ. Ι ΠΚΝ 55/01)
Εργαζόμενος που έχει συναινέσει στην ανάκληση από τον εργοδότη της δήλωσης πρόθεσης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση δεν δικαιούται αποδοχές για το διάστημα της ανεργίας (άρθρ. 57 εργατικού κώδικα), αλλά οι αποδοχές που προβλέπονται στο άρθ. 81 του Εργατικού Κώδικα

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο. 81 του Κώδικα Εργασίας, ο εργαζόμενος για το χρόνο μη εκτέλεσης της εργασίας, εάν ήταν έτοιμος να εκτελέσει εργασία, και υπέστη κώλυμα για λόγους που σχετίζονται με τον εργοδότη, δικαιούται αμοιβή που προκύπτει από τον προσωπικό του βαθμό, που καθορίζεται από την ωριαία ή μηνιαίο επιτόκιο, και αν δεν έχει διαχωριστεί τέτοιο στοιχείο αποδοχών κατά τον καθορισμό των όρων αποδοχών - 60% του μισθού. Σε κάθε περίπτωση όμως η αμοιβή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από την ελάχιστη αμοιβή για εργασία, που καθορίζεται βάσει χωριστών κανονισμών. Οι προαναφερόμενες αποδοχές οφείλονται στον εργαζόμενο για το χρόνο διακοπής που δεν του αναλογεί. Εάν ο χρόνος διακοπής προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εργαζομένου, η αμοιβή δεν οφείλεται.

Πότε απαιτείται η συναίνεση του άλλου μέρους για την απόσυρση της ειδοποίησης;

Σε περίπτωση που η δήλωση για την ανάκληση της ειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας φθάνει στον εργαζόμενο αφού διαβάσει το περιεχόμενό της, τότε θα απαιτείται η συναίνεση του εργαζομένου στην τροποποιημένη απόφαση του εργοδότη. Για την ανάκληση μιας τέτοιας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, θα είναι σημαντικό ο εργαζόμενος να υποβάλει γραπτή συγκατάθεση. Ο εργαζόμενος θα πρέπει να επιβεβαιώσει την προθυμία του να συνεχίσει τη συνεργασία με τον εργοδότη.

Για την ανάκληση της ειδοποίησης απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου μέρους. Ωστόσο, η μονομερής ανάκληση της καταγγελίας από οποιοδήποτε μέρος είναι δυνατή εάν το άλλο μέρος έχει φτάσει στον ίδιο χρόνο με τη δήλωση βούλησης για τερματισμό της ή νωρίτερα. Σύμφωνα με το ψήφισμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 1986 (αριθμός αναφοράς αρχείου III PZP 62/86), αυτό ισχύει επίσης για μια κατάσταση όπου ο εργαζόμενος έχει προσφύγει στο δικαστήριο κατά της ειδοποίησης απόλυσης (και ο εργοδότης θέλει να αποσύρει την καταγγελία ειδοποίηση). Για λόγους απόδειξης, η συγκατάθεση του εργαζομένου θα πρέπει να εκφράζεται εγγράφως.

Παράδειγμα 2.

Η κα Joanna Nowak, που εργαζόταν ως ειδική για τις ανατολικές αγορές, απολύθηκε με 3μηνη προειδοποίηση για σημαντικούς οικονομικούς λόγους εκ μέρους του εργοδότη. Λίγο μετά το γεγονός αυτό, προέκυψε ότι δύο υπάλληλοι του τμήματος πωλήσεων πήγαν σε μακροχρόνια αναρρωτική άδεια, ενώ ένας υπάλληλος κατήγγειλε τη σύμβαση με κοινή συμφωνία. Από τους τέσσερις βασικούς υπαλλήλους στο τμήμα πωλήσεων, δεν παρέμεινε ειδικός. Ενόψει των παραπάνω, ο εργοδότης απευθύνθηκε στην κα Joanna Nowak με πρόταση να αποσύρει την ειδοποίηση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και να επιστρέψει στην εταιρεία. Η κ. Joanna Nowak έδωσε γραπτώς τη συγκατάθεσή της να προσληφθεί εκ νέου στο τμήμα πωλήσεων. Έτσι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αποσύρθηκε ακόμη και πριν από τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν συναινεί στην ανάκληση της προκήρυξης της σύμβασης εργασίας στο τέλος της περιόδου προειδοποίησης, η σύμβαση εργασίας λύεται. Επίσης, ο εργοδότης δεν πρέπει να ασκεί πίεση σε εργαζόμενο που δεν θέλει να συμφωνήσει με την απόσυρση της παραπάνω δήλωσης.

Παράδειγμα 3.

Ο εργοδότης αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του εργαζόμενου λόγω δυσκολιών στην επικοινωνία με άλλους εργαζόμενους. Μετά από μια εβδομάδα, αποφάσισε να αλλάξει γνώμη γιατί εκτίμησε λάθος την κατάσταση μεταξύ των υφισταμένων του. Ζήτησε από τον υπάλληλο τη συγκατάθεσή του για την απόσυρση της ειδοποίησης απόλυσης, αλλά δεν έλαβε θετική απόφαση. Η εργοδοσία εκβίασε την εργαζόμενη θέλοντας να την αναγκάσει να συναινέσει στην απόσυρση της προκήρυξης. Η παραπάνω συμπεριφορά του εργοδότη είναι απαράδεκτη, η σύμβαση θα πρέπει να λυθεί με τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης.

Έχει και ο εργαζόμενος δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη λύση της σύμβασης εργασίας;

Αξίζει να αναφερθεί μια κατάσταση στην οποία ο εργαζόμενος θα θέλει να αλλάξει την απόφασή του σχετικά με τη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Εάν καταφέρει να στείλει στον εργοδότη δήλωση για την ανάκληση της απόλυσης πριν διαβάσει το περιεχόμενο της απόλυσης, η δήλωση υπαναχώρησης θα ισχύει. Από την άλλη πλευρά, σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η δήλωση για την ανάκληση της ειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας γίνεται κατά την περίοδο προειδοποίησης, αφού ο εργοδότης λάβει την ειδοποίηση καταγγελίας που υπέβαλε ο εργαζόμενος, η ανάκληση της δήλωσης απαιτεί τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Ο εργοδότης δεν υποχρεούται να συναινέσει στην ανάκληση της δήλωσης του εργαζομένου, ιδίως εάν, για παράδειγμα, υπήρξαν σημαντικές οργανωτικές ή οικονομικές αλλαγές στην εταιρεία λόγω αποχώρησης του εργαζομένου από τον χώρο εργασίας.

Παράδειγμα 4.

Ο εργαζόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εργοδότη λόγω σύγκρουσης με τον προϊστάμενο του τμήματος. Κατά την περίοδο προειδοποίησης, διαπίστωσε ότι ο διευθυντής δεν εργάζεται πλέον σε αυτή τη θέση και αποφάσισε να υποβάλει δήλωση στον εργοδότη για την ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Ο εργοδότης δεν συμφώνησε στην επιστροφή του εργαζόμενου στην εργασία λόγω των οργανωτικών αλλαγών που έγιναν και των μεγάλων οικονομικών δαπανών που προέκυψαν.

Συμπερασματικά, ο εργοδότης θα πρέπει να απευθύνει τη λύση της σύμβασης εργασίας στον κατάλληλο εργαζόμενο, ο οποίος θα έχει την ευκαιρία να διαβάσει το περιεχόμενό της. Η δήλωση για την απόσυρση της ειδοποίησης θα ισχύει εάν φτάσει στον εργαζόμενο πριν ο εργαζόμενος εξοικειωθεί με το περιεχόμενό της. Η ανάκληση της ειδοποίησης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας είναι επίσης δυνατή μετά την ειδοποίηση στον εργαζόμενο, ωστόσο θα απαιτείται η συγκατάθεση του εργαζομένου, π.χ. γραπτά ή σιωπηρά. Ο εργαζόμενος και ο εργοδότης δεν υποχρεούνται να συναινέσουν στην ανάκληση της ειδοποίησης καταγγελίας που υποβλήθηκε από το μέρος. Στη συνέχεια, η σύμβαση εργασίας λύεται σύμφωνα με την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προειδοποίησης.