Καταγγελία σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια του μήνα και καταβολή αποδοχών

Υπηρεσία

Η πληρωμή των μισθών είναι μία από τις υποχρεώσεις του εργοδότη. Σύμφωνα με τους κανονισμούς, πρέπει να καταβάλλεται μία φορά το μήνα, αλλά όχι αργότερα από τις πρώτες 10 ημέρες του επόμενου ημερολογιακού μήνα. Πότε, αντίθετα, θα πρέπει ο εργοδότης να πληρώσει μισθούς εάν η εργασιακή σχέση λυθεί κατά τη διάρκεια του μήνα; Πρέπει να αφήσει τα κεφάλαια στη διάθεση του εργαζομένου την τελευταία ημέρα της σύμβασης; Η απάντηση είναι παρακάτω.

Η ημέρα καταβολής του ισόποσου για άδεια αχρησιμοποίητης άδειας

Ο εργατικός κώδικας θεσπίζει μόνο στο άρθ. 171, αυτό «Σε περίπτωση μη χρήσης της οφειλόμενης άδειας εν όλω ή εν μέρει λόγω λύσης ή λήξης της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος δικαιούται χρηματικό ισόποσο».

Ωστόσο, δεν είναι σαφές από την αναφερόμενη διάταξη σε ποια ημερομηνία πρέπει να καταβληθεί το ισόποσο. Η ημερομηνία αυτή θα πρέπει να είναι ίδια με τη λήξη της εργασιακής σχέσης, δηλαδή η καταβολή του ισοδύναμου να γίνει την τελευταία ημέρα της απασχόλησης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την τελευταία ημέρα της απασχόλησης το δικαίωμα του εργαζομένου για ετήσια άδεια που δεν χρησιμοποιήθηκε μετατρέπεται σε δικαίωμα σε χρηματικό ισοδύναμο για αυτήν την άδεια. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης καθιστά αδύνατη τη λήψη της άδειας σε είδος.

Εάν η ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συμπίπτει με την ημέρα που ο χώρος εργασίας είναι ελεύθερος από εργασία, η καταβολή του ισόποσου πρέπει να γίνει την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης.

Σύμφωνα με τους κανονισμούς, ένας εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει το ισόποσο για ετήσια άδεια για τα επόμενα 3 χρόνια από την ημερομηνία λήξης της.

Ο εργοδότης δεν μπορεί να καταβάλει στον εργαζόμενο ισόποσο για την άδεια, εφόσον συνάψει άλλη εργασιακή σχέση με τον εργαζόμενο, αμέσως μετά τη λύση ή τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης εργασίας με τον εργοδότη αυτόν.

Καταβολή αποδοχών σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης κατά τη διάρκεια του μήνα

Ο υπολογισμός του ποσού των αποδοχών σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης κατά τη διάρκεια του μήνα εξαρτάται από το αν ο εργαζόμενος είχε σταθερό ύψος αποδοχών ή αν βασιζόταν στις ώρες εργασίας.

Στην πρώτη περίπτωση, ο μηνιαίος συντελεστής αμοιβής διαιρείται με τον αριθμό των ωρών εργασίας σε έναν δεδομένο μήνα και το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των ωρών απουσίας από την εργασία λόγω τερματισμού της απασχόλησης. Αφού υπολογιστεί το ποσό αφαιρείται από τον μισθό που οφείλεται στον εργαζόμενο για ολόκληρο τον μήνα. Προκύπτει από την § 12 sec. 1 του κανονισμού για τον τρόπο καθορισμού των αποδοχών σε περίοδο μη εκτέλεσης εργασίας.

Ξεκινήστε μια δωρεάν δοκιμαστική περίοδο 30 ημερών χωρίς δεσμεύσεις!

Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, ο εργαζόμενος δικαιούται αποδοχές για τις ώρες που πραγματοποίησε.

Στις διατάξεις του Εργατικού Κώδικα δεν ορίζεται ρητά η ημερομηνία της υποχρέωσης καταβολής αποδοχών σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια του μήνα. Ο χρόνος πληρωμής που προβλέπεται στη σύμβαση δεν ισχύει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ωστόσο, θα πρέπει να υιοθετηθεί μια λύση ευνοϊκή για τον εργαζόμενο, δηλαδή τις περισσότερες φορές είναι η ημέρα λήξης της απασχόλησης.

Αυτή η θέση υιοθετείται επίσης από την πρώην Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής, Jolanta Fedak, απαντώντας στην κοινοβουλευτική ερώτηση 17841 της 16ης Σεπτεμβρίου 2010:

(...) Η ημερομηνία λήξης της εργασιακής σχέσης θα πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου, και η ημερομηνία καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου για εργασία. Καταγγελία εργασιακής σχέσης σημαίνει διακοπή των υφιστάμενων νομικών δεσμών μεταξύ των μερών της εργασιακής σχέσης και τα υποχρεώνει να «τακτοποιήσουν» αμοιβαία τις υποχρεώσεις τους βάσει της καταγγελθείσας σύμβασης. Πρωταρχική υποχρέωση του εργοδότη, που προκύπτει από την απασχόληση εργαζομένου, είναι να του καταβάλλει αμοιβή για την εργασία που εκτελεί. Επειδή οι αποδοχές οφείλονται στον εργαζόμενο και όχι στον πρώην εργαζόμενο, είμαι της άποψης ότι σε περίπτωση τερματισμού της σχέσης εργασίας, η καταβολή των αποδοχών θα πρέπει να γίνει το αργότερο κατά την ημερομηνία λήξης της σχέσης εργασίας. Η καταβολή των αποδοχών σε μεταγενέστερη ημερομηνία, μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας, είναι, κατά τη γνώμη μου, δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου δεν είναι δυνατός ο καθορισμός του ποσού των αποδοχών που οφείλονται μέχρι την ημερομηνία λήξης της σχέσης εργασίας για αντικειμενικούς λόγους.